Απειλεί το Κολούμπια την ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ;

Πηγή Φωτογραφίας: Διαδίκτυο//Απειλεί το Κολούμπια την ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ;
Στην ομιλία μετά την ορκωμοσία του, τον Ιανουάριο, ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχέθηκε «να σταματήσει αμέσως τη λογοκρισία και να επαναφέρει την ελευθερία του λόγου στην Αμερική». Οπως και με πολλά άλλα πράγματα, έκανε, τελικά, ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υποσχέθηκε. Τους τελευταίους δύο μήνες έχουν ξεκινήσει ομοσπονδιακές έρευνες σε πολλά πανεπιστήμια σχετικά με την προσέγγισή τους σε ζητήματα πολιτιστικών πολέμων. Τουλάχιστον εξήντα ιδρύματα βρίσκονται υπό έρευνα για φερόμενο αντισημιτισμό και περισσότερα από πενήντα αντιμετωπίζουν ισχυρισμούς ότι έκαναν φυλετικές διακρίσεις που έθεταν σε μειονεκτική θέση λευκούς και ασιατικής καταγωγής αμερικανούς φοιτητές.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Λευκός Οίκος διέκοψε την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση 175 εκατ. δολαρίων προς το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, επικαλούμενος τις πολιτικές του πανεπιστημίου για τον τρανς αθλητισμό (το πανεπιστήμιο επέτρεψε σε μια τρανς αθλήτρια να αγωνιστεί στη γυναικεία ομάδα κολύμβησης). Αλλά το μεγαλύτερο θέμα, γράφουν οι Times του Λονδίνου, δημιουργήθηκε μετά την αντιπαράθεση της νέας κυβέρνησης με το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στη Νέα Υόρκη, το οποίο έγινε το επίκεντρο των τεράστιων φοιτητικών διαδηλώσεων υπέρ της Παλαιστίνης, πέρυσι.
Στις 7 Μαρτίου, η κυβέρνηση Τραμπ ακύρωσε περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια ομοσπονδιακών επιχορηγήσεων και συμβάσεων προς το πανεπιστήμιο λόγω αυτού που περιέγραψε ως «αποτυχία προστασίας των εβραίων φοιτητών και μελών του προσωπικού» από την αντισημιτική παρενόχληση και βία. Εξι ημέρες αργότερα, η κυβέρνηση εξέδωσε μια επιστολή που καθόριζε εννέα αλλαγές πολιτικής τις οποίες το Κολούμπια έπρεπε να αποδεχτεί πριν ξεκινήσουν ξανά οι διαπραγματεύσεις για τη χρηματοδότηση. Τα αιτήματα περιελάμβαναν την απαγόρευση των μασκών προσώπου, τη δυνατότητα στους αστυνομικούς της πανεπιστημιούπολης να συλλαμβάνουν φοιτητές και τον διορισμό ακαδημαϊκού διευθυντή για την επίβλεψη του Τμήματος Σπουδών Μέσης Ανατολής, Νότιας Ασίας και Αφρικής, καθώς και του Κέντρου Παλαιστινιακών Σπουδών, μια κίνηση που πολλές ομάδες στο πανεπιστήμιο –και πέραν αυτού– είπαν ότι θα περιόριζε σοβαρά την ακαδημαϊκή ελευθερία. Ολοι αναρωτήθηκαν εάν το Κολούμπια θα αντιστεκόταν στα δικαστήρια ή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Την Παρασκευή 22 Μαρτίου, το πανεπιστήμιο απάντησε στις απορίες, συμφωνώντας με τα αιτήματα της κυβέρνησης. «Το Κολούμπια παραχώρησε τα πάντα», είπε στους Times η Λόρι Μπραντ, πρόεδρος της Επιτροπής για την Ακαδημαϊκή Ελευθερία στην Ενωση Μελετών Μέσης Ανατολής και ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια. «Είναι αποτρόπαιο το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρενέβη έτσι. Είναι τρομακτικό και προμηνύει τρομερά πράγματα για το άμεσο μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Αλλοι το είδαν διαφορετικά.
Η Ελιάνα Γκόλντιν, φοιτήτρια Πολιτικών Θεωριών στο Κολούμπια και συμπρόεδρος της Columbia Aryeh, μιας επιτροπής δημοσίων υποθέσεων υπέρ του Ισραήλ, είπε: «Αυτές οι αλλαγές έπρεπε να είχαν γίνει πριν από μήνες». Και πρόσθεσε: «Είναι ατυχές ότι συνέβησαν τώρα και με αυτόν τον τρόπο, διότι αυτό μετατοπίζει το επίκεντρο της προσοχής: όλοι τώρα κουβεντιάζουν ότι το πανεπιστήμιο συνθηκολόγησε, αντί για το αν θα έδινε ή όχι στους φοιτητές την προστασία από τον αντισημιτισμό που ζητάμε εδώ και μήνες». Τον Απρίλιο του περασμένου έτους φοιτητές που ήταν αντίθετοι στον πόλεμο του Ισραήλ στη Γάζα πραγματοποίησαν κατάληψη στο Κολούμπια λίγες ώρες πριν η βαρόνη Σαφίκ, η βρετανοαμερικανίδα ακαδημαϊκός που ήταν τότε πρόεδρος του πανεπιστημίου, αντιμετωπίσει επίθεση από Ρεπουμπλικάνους στο Κογκρέσο, σε μια ακρόαση για φερόμενο αντισημιτισμό στην πανεπιστημιούπολη. Την επόμενη μέρα η Σαφίκ επέτρεψε σε αστυνομικούς να εισέλθουν στον χώρο, με αποτέλεσμα περισσότερες από 100 συλλήψεις. Αντιμετώπισε έντονη κριτική από μεγάλο μέρος του πανεπιστημίου, με κατηγορίες ότι εμπόδιζε την ακαδημαϊκή ελευθερία. Οι αγανακτισμένοι μαθητές απάντησαν με μεγαλύτερη κατάληψη.

Η Σαφίκ παραιτήθηκε τον Αύγουστο –τώρα είναι πρόεδρος του Μουσείου Βικτόρια και Αλμπερτ στο Λονδίνο– και αντικαταστάθηκε από μια προσωρινή πρόεδρο, την γιατρό Κατρίνα Αρμστρονγκ, η οποία ήταν αρκετά δημοφιλής λόγω των προσπαθειών της να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ του διοικητικού συμβουλίου και της σχολής. Στις 8 Μαρτίου, ομοσπονδιακοί πράκτορες συνέλαβαν τον Μαχμούντ Χαλίλ, έναν απόφοιτο του Κολούμπια από τη Συρία και κάτοχο πράσινης κάρτας, ο οποίος φέρεται να είχε ηγηθεί των καταλήψεων. Ο Χαλίλ, σημειώνουν οι Times, αντιμετωπίζει πιθανή απέλαση. Αμέσως μετά, το υπουργείο Παιδείας είπε στο διοικητικό συμβούλιο: «Το Κολούμπια απέτυχε να προστατεύσει τους αμερικανούς φοιτητές και καθηγητές από την αντισημιτική βία. Αναμένουμε την άμεση συμμόρφωσή σας με αυτά τα κρίσιμα επόμενα βήματα». Στο πανεπιστήμιο σκέφτηκαν να καταφύγουν στο δικαστήριο, σύμφωνα με ανώτερο διοικητικό στέλεχος του Κολούμπια που μίλησε στη Wall Street Journal. Ωστόσο, η ηγεσία αποφάσισε να μην το κάνει, καθώς τα χρήματα που λαμβάνει από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι πολλά, ενώ ορισμένοι στο διοικητικό συμβούλιο θεώρησαν ότι κάποιες από τις αλλαγές που ζητεί ο Τραμπ, είναι έτσι κι αλλιώς απαραίτητες. Ομως, η ικανοποίηση των απαιτήσεων της κυβέρνησης δεν εγγυάται ότι η χρηματοδότηση των 400 εκατομμυρίων δολαρίων θα αποκατασταθεί. Ο έλεγχος του τμήματος Σπουδών Μέσης Ανατολής, Νότιας Ασίας και Αφρικής ήταν το πιο αμφιλεγόμενο μέρος της συμφωνίας. Το τμήμα θα επιβλέπεται από έναν αντιπρόεδρο, διορισμένο από την Κολούμπια, ο οποίος θα επανεξετάσει το πρόγραμμα σπουδών και θα «βεβαιωθεί ότι είναι ολοκληρωμένο και ισορροπημένο». Το πανεπιστήμιο θα αλλάξει επίσης τη διαδικασία εισαγωγής σε αυτό, καθώς εντοπίστηκε μια πρόσφατη πτώση στην εγγραφή Εβραίων και Αφροαμερικανών και θα υιοθετήσει έναν νέο ορισμό του αντισημιτισμού, που θα καλύπτει τον αποκλεισμό εβραίων φοιτητών με βάση τη στάση τους απέναντι στην ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ.
Το πανεπιστήμιο ανακοίνωσε ότι θα εφαρμόσει επίσης μέτρα που δεν είχε αρχικά ζητήσει η κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της υιοθέτησης θεσμικής ουδετερότητας, που σημαίνει ότι θα σταματήσει να παίρνει επίσημες θέσεις για πολιτικά ζητήματα. Ο Σέλντον Πόλοκ, πρώην πρόεδρος του τμήματος Σπουδών Μέσης Ανατολής, Νότιας Ασίας και Αφρικής του Κολούμπια, χαρακτήρισε τις απαιτήσεις της κυβέρνησης «λύτρα»: «Δεν νομίζω ότι κανείς είχε συνειδητοποιήσει πλήρως ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κρατούσε ένα όπλο στο κεφάλι μας και θα μπορούσαν απλώς να πουν, “πέστε στα γόνατα ή θα σας κόψουμε τη χρηματοδότηση”», είπε. Σχεδόν όλα τα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ λαμβάνουν χρηματοδότηση από την κυβέρνηση, καθώς και άμεσες ιδιωτικές δωρεές.
Ο Πόλοκ, ο οποίος έχει διδάξει στην Κολούμπια για 20 χρόνια, πιστεύει ότι η απόφαση θα στείλει ένα σαφές μήνυμα για την ελευθερία της σκέψης και της μάθησης. «Υπάρχει ένα ευρέως διαδεδομένο αίσθημα απόγνωσης ότι τα πράγματα θα αλλάξουν τώρα ριζικά, όταν πραγματικά, μια σχολή θα πρέπει να μπορεί να μιλά χωρίς φόβο, δεν θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια καταστροφής της ακαδημαϊκής ελευθερίας», είπε στους Times. Ο Τζόζεφ Χάουλι, αναπληρωτής καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Κολούμπια, προέβλεψε ότι η απόφαση του πανεπιστημίου θα έχει «ανατριχιαστικό αποτέλεσμα»: «Τώρα πρέπει όλοι να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες του Τραμπ», είπε. «Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι είμαστε ριζοσπάστες ή ελιτιστές, αλλά αυτού του είδους η άμεση κυβερνητική ανάμειξη στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, για καθαρά ιδεολογικούς λόγους, είναι ακριβώς αυτό που βλέπουμε στα ολοκληρωτικά καθεστώτα». Πρόσθεσε ότι «η αφήγηση ότι υπάρχει μια διάχυτη αντισημιτική διάθεση στην πανεπιστημιούπολη δεν είναι αληθινή». Η Ενωση Εβραίων Αποφοίτων του Κολούμπια, ωστόσο, είπε ότι παρατήρησε «τον πιο κραυγαλέο αντισημιτισμό που έχουμε δει ποτέ στην πανεπιστημιούπολη», από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος στη Γάζα.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας